περιδίνησις

περιδίνησις
(-εως) η см. περιστροφή

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "περιδίνησις" в других словарях:

  • περιδίνησις — whirling round fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περιδινήσει — περιδίνησις whirling round fem nom/voc/acc dual (attic epic) περιδινήσεϊ , περιδίνησις whirling round fem dat sg (epic) περιδίνησις whirling round fem dat sg (attic ionic) περιδῑνήσει , περιδινέω aor subj act 3rd sg (epic) περιδῑνήσει ,… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περιδινήσεις — περιδίνησις whirling round fem nom/voc pl (attic epic) περιδίνησις whirling round fem nom/acc pl (attic) περιδῑνήσεις , περιδινέω aor subj act 2nd sg (epic) περιδῑνήσεις , περιδινέω fut ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περιδίνησιν — περιδίνησις whirling round fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περιδίνηση — η / περιδίνησις, ήσεως, ΝΜΑ [περιδινώ] περιστροφή, κυκλοτερής κίνηση, στροβιλισμός (α. «περιδίνησις τοῡ ἀέρος» β. «περιδίνησις τροχοῡ» γ. «περιδίνησις τρυπάνου») νεοελλ. (αεροπ.) είδος ακροβασίας κατά την οποία το αεροσκάφος πραγματοποιεί… …   Dictionary of Greek

  • χαλκισμός — ὁ, Α [χαλκίζω] είδος παιχνιδιού, η χαλκίνδα* («ἦν ὁ χαλκισμὸς ὀρθοῡ νομίσματος στροφὴ καὶ σύντονος περιδίνησις, μεθ ἧν ἔδει τὸν παίζοντα ἐπέχειν ὀρθῷ τῷ δακτύλῳ τὸ νόμισμα εἰς ὅσον τάχος πρὶν ἢ καταπέσειν καὶ ὁ τοῡτο ἀνύσας ἐκράτει τὸν χαλκισμὸν… …   Dictionary of Greek

  • περιδινήσεως — περιδινήσεω̆ς , περιδίνησις whirling round fem gen sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»